Με την ακύρωση του πλειστηριασμού επέρχεται η ανατροπή της απόσβεσης του χρέους του οφειλέτη, το οποίο αναβιώνει έκτοτε και αντίστοιχα η επανάκτηση των απαιτήσεων των δανειστών, που εισέπραξαν το πλειστηρίασμα και διατηρούν ακέραια την απαίτησή τους κατά του οφειλέτη. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού που επισπεύδεται και από δανείστρια τράπεζα σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω Ν.Δ/τος, αν ακολουθήσει ακύρωση του πλειστηριασμού και συνακόλουθα και της προς καταβολή του πλειστηριάσματος απαίτησης, αναβιώνει αναδρομικά το χρέος του οφειλέτη και η απαίτηση της δανείστριας τράπεζας, η οποία (απαίτηση) παραμένει αλώβητη, σε όλη της την έκταση. Αντίστοιχα ο υπερθεματιστής, ο οποίος σε εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από τον πλειστηριασμό κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δικαιούται, με βάση την απορρέουσα από το άρθρο 904 ΑΚ αρχή ότι τα καταβληθέντα προς εκπλήρωση άκυρης σύμβασης αναζητούνται, να απαιτήσει την απόδοση τούτου με αγωγή απευθυνόμενη όχι κατά του οφειλέτη, ο οποίος μετά την κήρυξη άκυρου του πλειστηριασμού δεν απαλλάσσεται από τα χρέη του, αλλά πρωτίστως κατά της τράπεζας που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και των λοιπών πιστωτών που τυχόν εισέπραξαν το πλειστηρίασμα, οι οποίοι στην περίπτωση αυτή έλαβαν τα χρήματα που εισέπραξαν χωρίς αιτία και διατηρούν συγχρόνως λόγω της ανατροπής, και τις απαιτήσεις τους κατά του οφειλέτη. Ο υπερθερμαστής δικαιούται να στραφεί κατά του οφειλέτη μόνον εάν και εφόσον ο τελευταίος εισέπραξε το υπόλοιπο, που απέμεινε μετά την ικανοποίηση των αξιώσεων των δανειστών. ΟλΑΠ 5/2018