Ο κατά την διάταξη 484 του ΚΠολΔ διατασσόμενος πλειστηριασμός αποτελεί περίπτωση εκούσιου πλειστηριασμού, ο οποίος, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ΚΠολΔ, συνιστά, ως έννομη σχέση, πώληση του ιδιωτικού δικαίου.Επί του πλειστηριασμού αυτού έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 933 και 934 ΚΠολΔ και, συνεπώς, είναι δυνατή η προσβολή του με την ανακοπή του άρθρου 933, μέσα στις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ (ΑΠ 312/2000, ΑΠ 1001/1994, ΕφΑθ 5319/2009, ΕφΠατρ 175/2004, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).Στη διάρκεια της προθεσμίας των 45 ημερών κατ’άρθρ. 934 §1 περ.α’ εδ. α’ του ΚΠολΔ επιβάλλεται να συντελεσθεί μόνον η πλασματική επίδοση προς τον Εισαγγελέα, χωρίς να προσαπαιτείται η διενέργεια και της πραγματικής επίδοσης εντός του χρονικού αυτού πλαισίου (βλ. σχετικά με την επίδοση της αγωγής, ΑΠ 1181/2022). Σε περίπτωση ειδικής διαδοχής κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, μετά την τελεσιδικία της απόφασης που διατάσσει την πώληση του κοινού ακινήτου με πλειστηριασμό – από την οποία το δεδικασμένο δεσμεύει και τον γενόμενο κατά τη διάρκεια της δίκης ειδικό διάδοχο κατ’ άρθρο 325 5 2 ΚΠολΔ – η όλη διαδικασία του πλειστηριασμού διεξάγεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων, μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, χωρίς να απαιτείται και η συμμετοχή του ειδικού διαδόχου (ΑΠ 152/2000, ΕφΑθ 2885/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σημειώνεται ότι, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το γεγονός ότι δεν είναι αναγκαία η συμμετοχή του ειδικού διαδόχου δεν έχει την έννοια ότι αποκλείεται η συμμετοχή του ειδικού διαδόχου στην επίσπευση του εκούσιου πλειστηριασμού, καθώς καθένα από τα αρχικά διάδικα μέρη, όπως και ο ειδικός διάδοχος, νομιμοποιούνται αυτοτελώς στην επίσπευση της σχετικής διαδικασίας του εκούσιου πλειστηριασμού. Τυχόν αντίθετο συμπέρασμα, που θα οδηγούσε σε αποκλεισμό του ειδικού διαδόχου από τη δυνατότητα επίσπευσης του εκούσιου πλειστηριασμού, θα οδηγούσε τον τελευταίο σε μία κατάσταση ιδιότυπης «δέσμευσης» του εμπράγματου δικαιώματός του επί του κοινού ακινήτου, δηλαδή ενός περιουσιακού του στοιχείου, σε περιπτώσεις αδιαφορίας των αρχικών διαδίκων, ιδίως, δε, αν ο ειδικός διάδικος είχε καταστεί τέτοιος κατά τη διάρκεια της δίκης διανομής και είχε συμμετάσχει σε αυτήν, έχοντας καταστεί διάδικος στη σχετική δίκη, γεγονός το οποίο δεν συνάδει με τον σκοπό του νόμου και τον σκοπό του εκούσιου πλειστηριασμού του άρθρου 484 ΚΠολΔ. Ορισμός διαφορετικού συμβολαιογράφου κατά παρέκκλιση όσων ορίζει το 959 § 1 εδ. δ’ του ΚΠολΔ επί πολλαπλών κατασχέσεων. Απαιτείται επίκληση συνδρομής βλάβης εκ μέρους του ανακόπτοντα από τον ορισμό διαφορετικού υπαλλήλου του πλειστηριασμού, λαμβανομένου υπόψη ότι η σχετική ρύθμιση του άρθρου 959 5 1 εδ. δ’ ΚΠολΔ, αποσκοπεί στη συγκέντρωση όλων των εκτελεστικών διαδικασιών ενώπιον του ίδιου υπαλλήλου, η δε παραβίασή της  [η οποία είναι ενδεχόμενο να συμβεί ιδίως όταν ο επόμενος κατασχών, στη ρυθμιζόμενη με τη διάταξη περίπτωση της αναγκαστικής κατάσχεσης, επέβαλε την κατάσχεση χωρίς να γνωρίζει την πρώτη, κατά το διάστημα που μεσολαβεί από την επιβολή της, μέχρι τη δημοσιότητα της], συνεπάγεται ακυρότητα της επόμενης, μόνον με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (βλ. Κιουπτσίδου — Στρατουδάκη σε Ερμηνεία ΚΠολΔ2, άρθρα 954-1054, 2 η έκδοση, 2021, άρθρο 959, σελ. 394, πλαγιαρ. 4).