ΜονΠρωτΚατ 223/2018
“…η ενάσκηση των δικαιωμάτων της Τράπεζας έναντι του πιστούχου πρώτης ανακόπτουσας και των εγγυητών λοιπών ανακοπτόντων θα πρέπει να διέπεται από τις αρχές καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών (ΑΚ 178,200,277) , οι οποίες επιβάλλουν – λόγω και της φύσης της πιστωτικής σχέσης ως διαρκούς ενοχικής σχέσης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων – την υποχρέωση πίστης και προστασίας εν γένει των συμφερόντων των πελατών της, έτσι ώστε να αποφεύγεται κάθε υπέρμετρα επαχθής συνέπεια, ικανή να επιφέρει βλάβη σε αυτούς (πιστούχους). Ετσι σε περίπτωση δυσχέρειας εκπλήρωσης της παροχής, λόγω οικονομικής αδυναμίας του οφειλέτη που υπερβαίνει τα όρια της αντοχής αυτού, η καλόπιστη εκπλήρωση αυτής (παροχής) επιβάλλει στη δανείστρια τράπεζα και εν προκειμένω , στην καθ’ης η ανακοπή, την υποχρέωση να ανεχθεί απόκλιση από τα συμφωνηθέντα και εύλογη καθυστέρηση, κυρίως δε όταν πρόκειται για προσωρινή αδυναμία και η αξίωση εκτέλεσης της παροχής επιφέρει την πλήρη οικονομική καταστροφή του οφειλέτη….”
“….Από όλη τη στάση της καθ’ης ανακοπή και τα ως ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, καταδεικνύονται η ακαμψία και η απροθυμία αυτής, λόγω και της δεσπόζουσας θέσης που κατέχει στο πλαίσιο των συναλλαγών και της εν γένει συνεργασίας που επί χρόνια διατηρεί με την πρώτη ανακόπτουσα, η οποία (θέση) της δίνει τη δυνατότητα να επιβάλλει τους δικούς της όρους , χωρίς να προβαίνει σε υποχωρήσεις και επί της ουσίας διαπραγμάτευση. Και τούτο διότι, χωρίς αμφιβολία, η σχέση μεταξύ πιστούχου (οφειλέτη) και Τράπεζας (δανείστριας) δεν είναι σε καμία περίπτωση ισότιμη, καθόσον ο πρώτος βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση από τη δεύτερη, αυτή δε διαθέτει ποικίλα μέσα πίεσης και διεκδίκησης της καταβολής του οφειλόμενου ποσού…”
