ΜονΠρΘεσ 6065/2014

Η διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ αποσκοπεί στον περιορισμό της κατάχρησης δικονομικών δυνατοτήτων και επιβάλλει στο διάδικο την τήρηση των χρηστών ηθών και της καλής πίστης. Καθιερώνει ως γνήσια υποχρέωση το καθήκον αληθείας και όχι ως δικονομικό βάρος. Η παράβαση του καθήκοντος αυτού προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος.Δεν υφίσταται διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την επιβολή ποινής κατ’άρθρ.205 ΚΠολΔ, αλλά υποχρέωση, όταν διαπιστώνεται αυτεπαγγέλτως παράβαση καθήκοντος αληθείας.Για την επιβολή ποινής απαιτείται εν γνώσει επιχείρηση απαγορευμένων πράξεων.Η πρόταση από εναγόμενο ένστασης αοριστίας αγωγής αδικοπραξίας από έκδοση ακάλυπτης επιταγής, λόγω μή εξειδίκευσης από τον ενάγοντα του συγκεκριμένου προσώπου από τους περισσότερους εναγόμενους που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή, συνιστά παράβαση του καθήκοντος αληθείας καθώς ο εναγόμενος οφείλει να προβεί σε ειδική ή γενική άρνηση της αγωγής, γνωστοποιώντας στο Δικαστήριο την υπογραφή ή μή της επιταγής από τον ίδιο.     

Την υπόθεση χειρίστηκε για λογαριασμό του ενάγοντα η Δικηγορική Εταιρία μας.